Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Την Τήνο του ’50, προσκύνημα τον Δεκαπενταύγουστο και των Μυκονιατών, τότε με το καΐκι του Μπόνη, στον παλαιό δρόμο της Παναγίας ανάμεσα στις λαμπάδες και τα τάματα, έβλεπα χωμένη μέσα στις βουκαμβίλιες και τον κισσό την ξεχωριστή, μονώροφη, αρχοντική μονοκατοικία της οικογένειας Χατζηιωάννου.
Στους παραστάτες μάλιστα της βαριάς καγκελόπορτας, πάνω σε ένα μάρμαρο, παρατηρούσα σκαλισμένη με χρυσά γράμματα την επιγραφή: «Εδώ έζησε ημέρες ηρεμίας ο Ιωάννης Μεταξάς».
Ρώταγα τον πατέρα μου γυρνώντας από τη χάρη Της ποιος ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς που έζησε εδώ ημέρες ηρεμίας; Και ο πατέρας μου; Να πάλι το γνωστό τροπάριο που με μεγάλωσαν για το ηρωικό «Οχι» και την «Ελλη» – το μνημείο της οποίας είχαμε δει προ ολίγου στον ναό. Και να, ότι στον Μεταξά χρωστάμε το ΙΚΑ, και τη ρύθμιση αγροτικών χρεών κι άλλα τέτοια που τα άκουγα πρωί – βράδυ σε καβγάδες στο σπίτι, διότι, σημειωτέον, ο παππούς μου εκ μητρός, παρασημοφορηθείς στη Μικρά Ασία, υπήρξε «Αμυνίτης» με χρυσό μετάλλιο με «Βενιζέλο» στην μπροστινή πλευρά.
Και ο πατέρας μου;
Η ιστορική στήλη του Βήματος στο inbox σου
Γίνε μέλος του καθημερινού newsletter που αποκαλύπτει όσα συμβαίνουν στο πολιτικό παρασκήνιο και απόκτησε πρόσβαση σε αποκλειστικό περιεχόμενο. ΕΓΓΡΑΦΗ
Αχ, ο πατέρας μου – με φιλέ κάθε πρωί και «Φιξατέρ-Μπριγιά», α λα Τρεντινιάν στον «Κονφορμίστα», στα μαύρα του μαλλιά – υπήρξε ακραιφνής εθνικόφρων, βλέπε «μεταξικός».
Πολύ αργότερα έμαθα για την 4η Αυγούστου και τον δικτάτορα, τον Μανιαδάκη υπουργό, τον «πάγο», τις «ανακαινισμένες» φυλακές Ακροναυπλίας, τον ένστολο μονίμως αρχηγό της ΕΟΝ Αλέξανδρο Κανελλόπουλο της μεγάλης οικογένειας βιομηχάνων, ο οποίος μάλιστα καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο του 1949 για ένα από τα μεγαλύτερα μεταπολεμικά σκάνδαλα λαθρεμπορίου χρυσού, συναλλάγματος και πολυτελών ρολογιών. Εμαθα επίσης – γιατί μου το κρύβαν – πως ο Γεώργιος Παπανδρέου προπολεμικά, που είχε εξοριστεί επίσης στη Μύκονο το 1935 λόγω της αντίθεσής του στην παλινόρθωση της βασιλείας, είχε φιλοξενηθεί τιμής ένεκεν από τον «φιλελεύθερο» παππού μου.
Τέλος, και από τον Βορίδη, στα ντουζένια του, έμαθα για τη «στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Μεταξά καθώς και την πολυποίκιλη πολιτική του δράση» (sic).
Ετυχε στο «Βήμα» της προπερασμένης Κυριακής να διαβάσω στο ένθετο-προσφορά: «Το Βήμα στην Ιστορία: “ΤΟ ΝΕΟΝ ΚΡΑΤΟΣ” – Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου», το κείμενο του Σπύρου Βλαχόπουλου που ούτε λίγο ούτε πολύ με πληροφορούσε ότι στο Πάντειο, όπου πέρασα 35 χρόνια της ζωής μου, είχε οργανωθεί – πριν από τη δικτατορία του Μεταξά – μέγα συνέδριο από τον ιδρυτή του Παντείου Γ. Φραγκούδη, εμπνευσμένο από τις απαντήσεις προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής στο προβοκατόρικο ερώτημα που είχε θέσει τον Ιανουάριο του 1934 η «Καθημερινή», για το «κατά πόσον η Ελλάς ημπορεί να παρακολουθήσει τους άλλους λαούς εις την επιδίωξιν νέων καθεστωτικών μορφών, αν διαπιστωθεί ότι η κοινοβουλευτική βάσις της έχει πλέον χρεοκοπήσει ανεπανορθώτως;».
Και ποιοι δεν είχαν μιλήσει τότε.
Ο υπουργός Παιδείας μάλιστα Γεώργιος Παπανδρέου υποστήριξε ότι, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, η δικτατορία θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωρινά θεμιτή ως μέσο υπέρβασης της πολιτικής κρίσης. Κι από τους καθηγητές, περίπου τα ίδια. Και μεταξύ άλλων ο πολύς Γρηγόριος Κασιμάτης, υπουργός Παιδείας επί ΕΡΕ και «Προίκα στην Παιδεία και όχι στη Σοφία», για να μην ξεχνιόμαστε.
Η συζήτηση λοιπόν τότε στράφηκε γύρω από το ερώτημα που έθετε έκτοτε ο ίδιος ο Ιωάννης Μεταξάς – σε ημέρες ηρεμίας – υποθέτω στο Τατόι.
«Δι’ ημάς τους Ελληνας το πρόβλημα δεν είνε πως θα μείνωμεν εις τον κοινοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού Κράτους;».
Σήμερα ζήτημα εξόδου από τον κοινοβουλευτισμό ασφαλώς δεν τίθεται. Τίθεται όμως – παρά τη διαβεβαίωση του Τσόρτσιλ και του Κουτσούμπα – το ζήτημα του είδους του κοινοβουλευτισμού, όταν δεν τίθεται επακριβώς επ’ αυτού ζήτημα, διότι πάντα τίθεται ζήτημα δελφίνων – όπως του Γεωργιάδη και του Κικίλια («Το Βήμα» 9/8/2026).
Ενα παράδειγμα για τα υπ’ όψιν: η στροφή από την πολιτική σε μεταϋλιστικά θέματα (π.χ. Γεωργιάδης) και συγχρόνως η παράλληλη επιστροφή του οικονομικού στοιχείου γύρω από το κράτος, την αγορά και την «αναδιανομή» υποτίθεται – από τον Μαραντζίδη και τον Πικετί – του πλούτου, με την αναγκαία συναίνεση των ελλήνων μεγαλοεφοπλιστών υπό τον όρο, ίσως, της εγκατάλειψης, post mortem, των μεγάλων ευεργεσιών και των ιδρυμάτων τους.
Δεύτερο, λιγότερο συζητημένο παράδειγμα.
Ο λεγόμενος Dark Enlightenment (Σκοτεινός Διαφωτισμός), γνωστός (περίπου από τον Καλύβα) και ως Νεο-αντιδραστικό κίνημα (NRx), όπου ο διαφωτιστής-δημοκράτης είναι ένα ιστορικό λάθος και η αριστερή ιδεολογία κατακριτέα – και μάλιστα από τον δελφίνο Γεωργιάδη στην «Εφσυν».
Τρίτο παράδειγμα (επί προσωπικού): το λάθος που διέπραξα ως πολίτης-πελάτης, να αγοράσω από τον Κωτσόβολο ψυγείο τηλεφωνικά, ζητώντας απεγνωσμένα από τον «τηλεφωνητή-ρομπότ» έναν «εκπρόσωπο-άνθρωπο».
Σας έχει συμβεί για να καταλάβετε με ποια λογική «μηχανής» και εκπρόσωπου-«μηχανής» θα πάτε στις κάλπες να «αγοράσετε» κοινοβουλευτισμό και Δημοκρατία;
Διότι ο τύπος της σχέσης της «οικονομίας παροχής αναγκών» – «οικονομίας επιθυμιών» είναι ανάλογος με την οικονομία της πολιτικής. Οπότε η «παραγγελία» εμπορευμάτων – φρονημάτων σε ολιγοπωλιακές εταιρείες ή σε μονοπρόσωπα κόμματα αντιστοιχεί στην κατά παραγγελία ψήφο μέσω ενός και του αυτού μηχανισμού επιρροής: της τηλεόρασης, της διαφήμισης και των δημοσκοπήσεων (ως διαφήμιση).
Ο επικρατών πλέον «Σκοτεινός Διαφωτισμός» είναι νομίζω αυτή η τριπλέτα «επιθυμίας – οικονομίας – ψήφου», στην παλέτα του γαλάζιου, του πράσινου, του κόκκινου και του ροζ.
Καμία «απροσδιοριστία» τάχα του καπιταλισμού εδώ. Αντίθετα: θρίαμβος του καπιταλισμού. Οπως ο «Θρίαμβος του θανάτου» στο «Κάμπο Σάντο» της Πίζας. Μόνον που ο ζωγράφος της τοιχογραφίας μάς είναι άγνωστος.
Εδώ καλλιτέχνης δεν είναι απλώς οι Τραμπ. Είμαστε εμείς που – κοινοβουλευτικώς – τους κουβαλάμε στις πλάτες όπως το εικόνισμα οι ναύτες τον Δεκαπενταύγουστο.
ΥΓ.:
Εάν ο Β. Στρέεκ στην αναπόφευκτη αντίφαση καπιταλισμού – Δημοκρατίας βλέπει τη Δημοκρατία «αργά ή γρήγορα να επικρατεί» [W. Streeck, «Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός;» (πρόλογος Ε. Τσακαλώτου, εκδόσεις Πλέθρον)], εύχομαι ο Τσακαλώτος να μακροημερεύσει και να τη δει.
Aλλά και τάμα να κάνει πηγαίνοντας γονατιστός στη Βαγγελίστρα από το λιμάνι, εγώ – να πω την αμαρτία μου – δεν βλέπω το τάμα του να πιάνει. Ασε που θα ματώσει στα γόνατα – εάν στο μεταξύ το Manessis Τravel δεν φροντίσει για επιγονατίδες.
Πηγή: To Vima