Saturday, October 3, 2026
Home Greece«Γαμώτο. Μου άρεσε»

«Γαμώτο. Μου άρεσε»

0 comments

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Νομίζω πως στη ζωή κάποιων ανθρώπων έρχεται μια στιγμή που ένα έσχατο εσωτερικό όριο απλώς καταλύεται και τότε ανακαλύπτουν τρία τινά, τα οποία και σηματοδοτούν τη μετάβασή τους σε μια όχι βιολογική αλλά πνευματική ηλικία απότομης, σκληρής και ανεπίστρεπτης ωρίμασης: Την απόσυρση, το βουνό και το λαϊκό τραγούδι. Αν υπάρχει ψυχή, νιώθεις ξαφνικά την ευπλαστότητά της να μειώνεται, ακριβώς σαν το πάλαι ποτέ νεανικό δέρμα που δεν μπορεί πια ν’ αποκαταστήσει εν μιά νυκτί το κολλαγόνο του. Αρχίζει ο άνθρωπος να αποσύρεται και να ζητά μόνο ό,τι του φαίνεται πως συγγενεύει με την κατάστασή του όχι επειδή παύει να αγαπά τους ανθρώπους, όχι από καμιά ξαφνική, παιδιάστικη σχεδόν μισανθρωπία, αλλά επειδή βρίσκει πια στην υπερβολική συναναστροφή ένα κόστος που πριν δεν διέκρινε ή δεν τον επηρέαζε.

Η νεότητα είναι κατ’ ανάγκην πολυάνθρωπη. Θέλει τη διαρκή συναναστροφή, τη φιλία, τον έρωτα, τον θόρυβο, τις εξηγήσεις, τη διαρκή επικοινωνία. Θέλει ο άνθρωπος να βλέπει και να τον βλέπουν. Εχει ανάγκη στα νιάτα του από μάρτυρες. Αργότερα, όχι. Αργότερα, δεν έχει πια ανάγκη τις διηγήσεις. Μπορεί και πάλι να περάσει απ’ όλα τα μικροδράματα που συντηρούν την ανθρώπινη κατάσταση, απ’ όλη τη βαριά ορολογία στο βιβλίο της αισθητηριακής νιότης, τον «έρωτα», τον «πόνο», την «προδοσία» – όλα μπορεί να τα ζήσει, απλώς δεν έχει την έγνοια να τα διηγηθεί. Τότε αρχίζει αυτή η ωρίμαση. Δεν είναι το αίσθημα αυτό που πεθαίνει, αλλά η δημοσιότητά του.

Στην πρώτη επιστολή του Ιακώβου υπάρχει μια ωραία φράση που λέει: «Εάν κάποιος είναι μονάχα ακροατής του λόγου [του Θεού] και όχι τηρητής, μοιάζει με έναν άνθρωπο που απλώς αναγνωρίζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη [κατανοούντι το πρόσωπον της γενέσεως αυτού εν εσόπτρω]. Διότι αυτός αναγνώρισε καλά τον εαυτό του και έφυγε, αλλά αμέσως ξέχασε ποιος ήταν…». Ετσι, η εικόνα αυτού που είμαστε είναι ένα πράγμα και η γνώση της ένα άλλο. Οι άνθρωποι συχνά μπερδεύουν την εσωστρέφεια με τη μοναξιά, την απόσυρση με την αποκοπή. Δεν είναι το ίδιο. Η μοναξιά είναι κατάσταση – η απόσυρση είναι γνώση. Αποσύρεσαι όταν παύεις να έχεις ανάγκη τον καθρέφτη των ανθρώπων διότι ο εαυτός σου σού είναι πια απόλυτα γνωστός.

Τότε αλλάζει και η αντίληψη του περιβάλλοντος. Ο κόσμος στον οποίο θέλει να ζει ένας άνθρωπος σ’ αυτή την ωριμότητα είναι ένας κόσμος που του μοιάζει: απρόσιτος σαν τους τοίχους που φαίνεται στους άλλους ότι τον περιβάλλουν κι όμως για εκείνον τον ίδιο απολύτως προσιτός, «ανοιχτός», «συνδεδεμένος» με έναν τρόπο που μόνο ο ίδιος καταλαβαίνει. Γι’ αυτό μου φαίνεται πως όταν ωριμάζει ο άνθρωπος στρέφεται στο βουνό. Σ’ αυτό το πρόσωπο της φύσης που μπορεί να θεαθεί κάθε φορά από μονάχα έναν. Που οι διαδρομές του είναι στενές, που οι αναβάσεις του είναι κοπιαστικές, που κάθε επαφή απαιτεί συγκέντρωση δίχως να υπόσχεται τίποτα. Τα βουνά έχουν κορυφές, πλαγιές, χαράδρες, πέτρες, παγωνιά και δρόμους που κάποια στιγμή σταματάνε. Εχουν γωνιές όπου το φως δεν φτάνει κι άλλες που το ανθρώπινο σώμα δεν μπορεί να προσεγγίσει. Αυτή η λυτρωτική μικρότητα κάπως επιδρά σε κάποιους ανθρώπους: Συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να πετάξουν, δεν μπορούν να σκαρφαλώσουν μονάχα με τα πόδια και τα χέρια τους, δεν μπορούν να τρέξουν πολύ γρήγορα, δεν μπορούν να σταθούν για πολλή ώρα, δεν μπορούν να φάνε και να πιουν οτιδήποτε τριγύρω. Ακριβώς όπως στον δικό του κόσμο, όσο οικείος κι αν είναι, συνειδητοποιούν ότι μήτε τα πάντα μπορούν να κατορθώσουν μήτε είναι όλα για εκείνους. Το βουνό μιλάει στον αποσυρόμενο άνθρωπο αποκαθιστώντας τη δικαιοσύνη της ίδιας της απόσυρσής του.

Όλο το παρασκήνιο της πολιτικής στο inbox σου

Η ιστορική στήλη του Βήματος στο inbox σου

Γίνε μέλος του καθημερινού newsletter που αποκαλύπτει όσα συμβαίνουν στο πολιτικό παρασκήνιο και απόκτησε πρόσβαση σε αποκλειστικό περιεχόμενο. ΕΓΓΡΑΦΗ

Διότι υπάρχει ηλικία κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να θέλει ορίζοντα και θέλει περίγραμμα. Δεν θέλει πια να είναι απέραντος. Θέλει να είναι ορισμένος. Να ξέρει πού τελειώνει. Να ξέρει ποιον αγαπά, πού πηγαίνει, πότε θα φύγει, τι δεν θα ανεχθεί ξανά. Το βουνό είναι τοπίο για τέτοιους ανθρώπους. Δεν είναι τοπίο της φυγής αλλά της επιστροφής στον εαυτό. Ανεβαίνεις και ο κόσμος μικραίνει. Τα σπίτια γίνονται κουκκίδες, οι άνθρωποι σχεδόν εξαφανίζονται, οι φωνές δεν φτάνουν. Και τότε ακούς καλύτερα.

Για τον ίδιο λόγο το λαϊκό τραγούδι γίνεται κατανοητό αργά. Στη Σιγανή βροχή, μια ιστορία του Ιάπωνα Ναγκάι Καφού, υπάρχει μια μομφή για νεαρές γκέισες εκπαιδευόμενες στο σάμισεν, που έπαιζαν με τεχνική αρτιότητα αλλά δίχως έγνοια μουσικές για καταστάσεις που δεν καταλάβαιναν. Δεν μπορείς μέσα στη νιότη να καταλάβεις τη μελαγχολία και την ερημία, το απόσταγμα του πόνου που κάνει την εμπειρία φιλοσοφία. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ με το λαϊκό τραγούδι. Δεν είναι για νέους. Δεν είναι για ανθρώπους που αναγνωρίζουν ακόμη την όψη τους στον καθρέφτη των άλλων. Τα λαϊκά τραγούδια δεν μιλούν σε εκείνον που ακόμη πιστεύει πως η ζωή θα του επιστρέψει όσα της έδωσε. Μιλούν σε εκείνον που έχει καταλάβει ότι η ζωή δεν επιστρέφει τίποτε.

Γι’ αυτό είναι τόσο σκληρά και τόσο τρυφερά. Δεν έχουν τη φιλοδοξία να εξηγήσουν τον πόνο. Τον κατοικούν. Ενας άνθρωπος έφυγε. Μια γυναίκα δεν αγαπά πια. Ενα σπίτι άδειασε. Κάποιος θυμάται. Κάποιος πίνει. Κάποιος γυρίζει μόνος. Ολα αυτά τα κλισέ, που μια μέρα όμως παύουν να είναι μικροεμπειρίες στο θυμικό χάος του κόσμου – που ο άνθρωπος τις τραβά από τα μαλλιά για να τις βρει επί τούτου μέσα στα τραγούδια – και γίνονται κάτι που απλώς καταλαβαίνεις, σαν να ακούς ένα δελτίο καιρού. Στρέφεσαι στο λαϊκό τραγούδι όπως στρέφεται κανείς στο παράθυρο και σκέφτεται: Ναι, θα βρέξει.

Το λαϊκό τραγούδι είναι για την ηλικία όπου δεν απαιτείς πλέον από τον πόνο ούτε εξήγηση ούτε λύτρωση. Το λαϊκό τραγούδι δεν ερμηνεύει το πάθος, το μεταπλάθει σε μορφή. Δεν αναιρεί την απώλεια, την καθιστά δική. Γίνεται η οδυνηρή επίγνωση ότι η πραγματικότητα συνεχίζεται ερήμην προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων που κάποτε θεωρούσες αναπόσπαστο μέρος σου. Η ιδιότυπη σοφία του λαϊκού συνίσταται στο ότι γνωρίζει ότι δεν υπερβαίνονται όλα τα πάθη. Ορισμένα εγκαθίστανται, καθιζάνουν στη μνήμη και, όταν παύσουν να μας εξουσιάζουν, μετασχηματίζονται σε χαρακτήρα. Η ωρίμαση δεν είναι, επομένως, η εξάλειψη του πόνου, αλλά η μεταβολή της σχέσης μας μαζί του: Να μπορείς να ακούς κάποτε το τραγούδι της πληγής χωρίς να της παραχωρείς εκ νέου την κυριαρχία της ζωής σου. Κι όταν ακούς πως πέθανε ο Γιώργος Μαζωνάκης, να σκέφτεσαι: «Γαμώτο. Μου άρεσε».

Πηγή: To Vima

You may also like

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More