Τις Βουλευτικές Εκλογές ερμηνεύει στον «Φ» η καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνίας στο ΤΕΠΑΚ, Βασιλική Τρίγκα.
Η Κύπρος ψήφισε και το αποτέλεσμα έχει μια βαθιά αντιφατική, αλλά και αποκαλυπτική λογική. Μετά από μια προεκλογική περίοδο που κυριαρχήθηκε από το αντισυστημικό αίσθημα, την αγωνία για τη διαφθορά και την οικονομική αγανάκτηση, τα δύο ιστορικά κόμματα ανθίστανται. Ο ΔΗΣΥ παραμένει πρώτος, το ΑΚΕΛ δεύτερο και ενισχυμένο. Στην ίδια πορεία αντίστασης και το ΔΗΚΟ, που διασφάλισε ικανοποιητική κοινοβουλευτική παρουσία παρά τις προβλέψεις για καταποντισμό. Το ΕΛΑΜ εδραιώθηκε ως τρίτη δύναμη, κεφαλαιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για το μεταναστευτικό. Το ΑΛΜΑ του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και η Άμεση Δημοκρατία του Φειδία Παναγιώτου μπαίνουν στη Βουλή, επιβεβαιώνοντας ότι η ψήφος διαμαρτυρίας μετουσιώθηκε σε κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ανατροπή του πολιτικού σκηνικού.
Διαφαίνεται ότι ακόμα και σε περιόδους δυσαρέσκειας και αμφισβήτησης, σημασία έχει το μήνυμα και το πολιτικό αφήγημα να είναι καθαρό και με ιδεολογικό υπόβαθρο. Τα κόμματα που επέλεξαν να ακολουθήσουν αυτή τη στρατηγική δικαιώθηκαν ακόμα κι αν είναι εκείνα που είναι κατεξοχήν υπεύθυνα για την αμφισβήτηση και την έλλειψη εμπιστοσύνης που δημιούργησαν στους πολίτες.
Οι βουλευτικές εκλογές εκτός του ότι ανέδειξαν μία διαφορετική εικόνα από εκείνη που πολλοί ανέμεναν πριν την κάλπη, παρουσιάζουν ακόμα ένα παράδοξο. Μία κατακερματισμένη Βουλή στην οποία η κυβερνητική συμμαχία διαθέτει ελάχιστη νομοθετική βάση με την απουσία του ιστορικού κόμματος της ΕΔΕΚ και της ΔΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι στη νέα Βουλή οι πλειοψηφίες δεν είναι αυτονόητες αντιθέτως απαιτείται συνεννόηση, συμβιβασμός και πολιτική ωριμότητα. Στην ουσία όμως η εξουσία δεν αλλάζει χέρια, αλλά γίνεται πιο δύσκολη, πιο διαπραγματευτική, πιο απαιτητική.
Παράδοξο αποτελεί επίσης ότι οι πολίτες δεν επιβράβευσαν τους πιο παραγωγικούς βουλευτές από την απερχόμενη βουλή, όπως τον Σταύρο Παπαδούρη από τους Οικολόγους και την Αλεξάνδρα Ατταλίδου (από το ΒΟΛΤ), γεγονός που καταδεικνύει μία κουλτούρα του εκλογικού σώματος να κρίνει και να κατακρίνει με περισσότερη ευκολία από ότι να αναγνωρίζει και να επιβραβεύει. Ίσως να είναι θέμα έλλειψης πληροφόρησης ή και αδιαφορίας για την κοινοβουλευτική δράση.
Η συμμετοχή ανήλθε στο 66,4%, βελτιωμένη έναντι του 2021, αλλά όχι αρκετή για να μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι οι πολίτες απέκτησαν και πάλι ενδιαφέρον για την πολιτική ή ότι γεφυρώθηκε η βαθιά ρωγμή εμπιστοσύνης στους θεσμούς που έχει διαπιστωθεί από πολλές μελέτες.
Η Κύπρος του 2026 είναι διαφορετική από αυτή του 2021, ταραγμένη, αγανακτισμένη, λιγότερο ανεκτική, κι όμως, εκπληκτικά ίδια.
Εγγραφή στο Newsletter
Πηγή: Φilenews