Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Οταν ήμουν μικρή, η μητέρα μου είχε ένα άλογο, τον Ορφέα. Ο Ορφέας ήταν ένα μουνουχισμένο αρσενικό, άσπρο με μαύρες πιτσιλιές, όχι και πρώτο μπόι. Στα πιτσιρικίσια μάτια μου, ωστόσο, ο Ορφέας φαινόταν θεόρατος, ειδικά όταν στεκόμουν ακριβώς από κάτω του.
Μια μέρα, μου είχαν δώσει να μασουλήσω ένα κουλούρι, κι όπως μασουλούσα το κουλούρι χαζεύοντας τα δέντρα, βλέπω μια σκιά από πάνω μου, σαν να έσβησε ο ήλιος για λίγο. Σηκώνω τα μάτια και βλέπω τότε την κεφάλα του Ορφέα, με κάθε αλογίσιο ρουθούνι να χάσκει σαν το στόμα της Κολάσεως.
Ο Ορφέας είχε πάρει χαμπάρι από μακριά το κουλούρι και είχε έρθει για μερτικό. Το βλέπει η μαμά και μου φωνάζει να του κόψω ένα κομματάκι. Του κόβω κι εγώ ένα κομματάκι – μια μπουκιά – και τείνω το παιδικό μου χεράκι. Κι όπως εγώ τείνω το παιδικό μου χεράκι, ο Ορφέας χαμηλώνει την κεφάλα και παίρνει από το άλλο μου χέρι το κυρίως κουλούρι. Το καταπίνει μονοκοπανιά. Και φεύγει. Κι εγώ μένω με το κομματάκι στο χέρι.
Από εκεί και πέρα, θυμάμαι μόνο το χέρι μου. Μικρό, ανοιχτό, με το ψωμάκι στην παλάμη. Και τον Ορφέα να απομακρύνεται. Δεν είχε κλέψει ακριβώς. Για να κλέψεις κάτι, πρέπει πρώτα να πιστεύεις στην ιδιοκτησία.
Η ιστορική στήλη του Βήματος στο inbox σου
Γίνε μέλος του καθημερινού newsletter που αποκαλύπτει όσα συμβαίνουν στο πολιτικό παρασκήνιο και απόκτησε πρόσβαση σε αποκλειστικό περιεχόμενο. ΕΓΓΡΑΦΗ
Πρέπει να ξέρεις ότι υπάρχει κάτι που ανήκει σε κάποιον και ότι, παίρνοντάς το, παραβιάζεις μια τάξη. Ο Ορφέας δεν παραβίασε καμία τάξη. Δεν υπήρχε για εκείνον το «δικό μου» κουλούρι και το «δικό του». Υπήρχε μόνο κουλούρι.
Ισως η ιδιοκτησία είναι το ριζικότερο από όλα τα ψεύδη πάνω στα οποία δομούμε την ανθρωπινότητά μας. Ενα παιδί μαθαίνει πολύ νωρίς να λέει «δικό μου». Μαθαίνει να σφίγγει το χέρι γύρω από ένα παιχνίδι, να κρύβει ένα γλυκό, να θυμώνει όταν ένα άλλο παιδί αγγίζει κάτι που του ανήκει. Και μαζί με τη λέξη «δικό μου» μαθαίνει, χωρίς να το καταλαβαίνει, τη λέξη «ξένο». Από εκεί και πέρα ο κόσμος χωρίζεται στα δύο. Εγώ. Οι άλλοι. Το κουλούρι μου.
Η πείνα τους. Το σώμα μου. Ο κόσμος έξω από αυτό. Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές περιοχές μπαίνει ο νόμος, σαν ένας πολύπλοκος μηχανισμός που προσπαθεί να πείσει τα πεινασμένα στόματα να περιμένουν τη σειρά τους.
Ο Ορφέας δεν περίμενε. Ισως γι’ αυτό μου φάνηκε τόσο συνταρακτικό το περιστατικό. Οχι επειδή το άλογο έφαγε το κουλούρι μου, αλλά επειδή, για μια στιγμή, είδα έναν κόσμο στον οποίο δεν υπήρχε δικαιοσύνη και κανείς δεν θεωρούσε ότι έλειπε. Ο ήλιος έλαμπε κανονικά, τα πουλάκια κελαηδούσαν και λοιπά και λοιπά. Τα δέντρα ήταν εκεί. Η μητέρα μου ήταν εκεί. Εγώ ήμουν εκεί. Ο Ορφέας πεινούσε. Αντιός, κουλούρι. Κανένα κοσμικό ισοζύγιο δεν μετακινήθηκε ούτε κατά ένα χιλιοστό.
Κι αυτό ίσως είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που μπορεί να μάθει κανείς για τον κόσμο: ότι η αδικία δεν χρειάζεται να προκαλέσει καμία αναστάτωση στο σύμπαν. Μπορεί να συμβεί κάτι απολύτως άνισο και ο ουρανός να παραμείνει στη θέση του. Δεν πέφτει κεραυνός. Δεν ανοίγει η γη. Δεν ακούγεται μια Φωνή από ψηλά να λέει: Μπάστα, αυτά καλό είναι να μη γίνονται. Απλώς κάποιος μένει χωρίς κουλούρι.
Ο Ορφέας ήταν, όπως είπα, μουνουχισμένος. Ενα αρσενικό άλογο χωρίς εκείνο το μέρος του σώματος που, για ένα ζώο, συνδέεται με την αναπαραγωγή, την επιβολή, την ορμή. Κι όμως, το όνομά του ήταν Ορφέας. Ο ορίτζιναλ Ορφέας είχε κατέβει στον Αδη για μια γυναίκα που είχε πεθάνει. Είχε πάει να διαπραγματευτεί με τους νεκρούς. Είχε καταφέρει το αδύνατο: να κάνει ακόμη και τον θάνατο να υποχωρήσει μπροστά στη μουσική του. Του έδωσαν την Ευρυδίκη πίσω, με έναν όρο: Να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να βγουν και οι δύο από τον Αδη. Κι εκείνος γύρισε. Και, μπουμ. Μια ματιά. Ενα μικρό λάθος. Και η Ευρυδίκη χάθηκε για δεύτερη φορά.
Μερικές φορές σκέφτομαι ότι η ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης δεν έχει να κάνει με τον έρωτα. Είναι μια ιστορία για την κατοχή. Για την αδυναμία μας να αφήσουμε κάτι να υπάρχει έξω από το βλέμμα μας. Για την ανάγκη να βεβαιωθούμε ότι αυτό που αγαπάμε εξακολουθεί να μας ανήκει. Κοίταξέ με, λέμε, κι ύστερα, κοιτάζοντας, το χάνουμε.
Ο Ορφέας το άλογο δεν χρειάστηκε καν να κοιτάξει πίσω. Πήρε το κουλούρι και την κοπάνησε. Δεν τον ένοιαζε σε ποιον ανήκε. Δεν γνώριζε την έννοια της απώλειας, επειδή δεν γνώριζε την έννοια της κατοχής. Εγώ την έμαθα εκείνη τη μέρα, ίσως ακριβώς επειδή μου πήραν κάτι.
Ετσι μεγαλώνουμε, άλλωστε. Οχι αποκτώντας πράγματα, αλλά ανακαλύπτοντας πόσα πράγματα μπορούν να μας αφαιρεθούν: Το παιχνίδι, το σπίτι, το ζώο, το σώμα, ένας άνθρωπος, ένα πρόσωπο που κάποτε μας κοιτούσε και τώρα κοιτάζει αλλού, η νεότητα, η μητέρα, ο πατέρας, ο εαυτός. Κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι όλα τα πράγματα που λέγαμε «δικά μου» ήταν απλώς πράγματα που δεν είχαν φύγει ακόμη.
Ο Ορφέας τουλάχιστον ήξερε τι ήθελε. Είδε το κουλούρι. Πήγε προς το κουλούρι. Το πήρε. Το κατάπιε. Και γεια σας. Εμείς είμαστε οι παράξενοι. Εμείς φτιάξαμε ολόκληρους πολιτισμούς για να μην παραδεχθούμε ότι κάνουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Επινοήσαμε την ηθική για να εξηγήσουμε γιατί δεν πρέπει να αρπάζουμε το κουλούρι του άλλου, την ιδιοκτησία για να εξηγήσουμε γιατί το κουλούρι είναι δικό μας, την τιμή για να εξηγήσουμε γιατί πρέπει να το υπερασπιστούμε, τη δικαιοσύνη για να εξηγήσουμε ποιος δικαιούται να το φάει και τον Θεό για να βεβαιωθούμε ότι κάπου κάποιος καταγράφει όλα τα κουλούρια που χάθηκαν.
Και παρ’ όλα αυτά, στο τέλος το «κουλούρι» εξαφανίζεται, μερικές φορές από ένα άλογο, μερικές φορές από έναν άνθρωπο, μερικές φορές από τον χρόνο, ενώ άλλοτε, χειρότερα, εξαφανίζεται χωρίς να ξέρουμε καν ποιος το πήρε.
Ισως γι’ αυτό θυμάμαι ακόμη τον Ορφέα. Οχι επειδή μου έφαγε το κουλούρι (εντάξει, και γι’ αυτό, λιγάκι), αλλά επειδή ήταν ο πρώτος που μου έδειξε, χωρίς να το ξέρει, ότι ο κόσμος δεν είναι ένα μέρος όπου τα πράγματα συμβαίνουν επειδή τα αξίζουμε, αλλά ένα μέρος όπου πεινάς, βλέπεις, απλώνεις το στόμα σου και παίρνεις. Κι αν είσαι τυχερός, τρως. Κι αν δεν είσαι, μένεις με το κομματάκι στο χέρι. Και κοιτάζεις αυτό που απομακρύνεται. Και περιμένεις, για λίγο ακόμη, να γυρίσει πίσω. Σπόιλερ: Δεν γυρίζει.
Πηγή: To Vima