Table of Contents
Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Η πολιτική έχει τον τρόπο της να επαναφέρει όσα ειπώθηκαν, ιδίως όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί και οι παλιές βεβαιότητες αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Με τους Αμερικανούς να προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για τις ενδιάμεσες εκλογές, η κυβέρνηση και ορισμένα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας έχουν κάθε λόγο να παρακολουθούν στενά τα αποτελέσματα.
Η πιθανή αποδυνάμωση του Ντόναλντ Τραμπ, πέρα από τις συνέπειες που θα έχει στην Ουάσιγκτον, στρέφει το ενδιαφέρον και στην Αθήνα, όπου ορισμένα στελέχη είχαν υποδεχθεί με ιδιαίτερο ενθουσιασμό την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, βλέποντας στην εκλογική του νίκη μια ευκαιρία ιδεολογικής δικαίωσης.
– ΗΠΑ ενδιάμεσες εκλογές: Ώρες, φαβορί, ανατροπές και οι «παγίδες» της κάλπης
Οι δημοσκοπήσεις προδιαγράφουν μια δύσκολη εκλογική βραδιά για τους Ρεπουμπλικανούς, με τους Δημοκρατικούς να διεκδικούν με αξιώσεις τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη μάχη της Γερουσίας να παραμένει ανοιχτή, αλλά δυσκολότερη. Μια ενδεχόμενη αλλαγή πλειοψηφίας στη Βουλή θα περιόριζε αισθητά την ευχέρεια κινήσεων του Αμερικανού προέδρου, ενισχύοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και ανατρέποντας τις ισορροπίες για το υπόλοιπο της θητείας του, χωρίς πάντως να αποκλείεται τα ίδια τα θεσμικά αντίβαρα να αποτελέσουν το καύσιμο για μια ακόμη πιο συγκρουσιακή, απρόβλεπτη και αχαλίνωτη διετία Τραμπ.
Η ιστορική στήλη του Βήματος στο inbox σου
Γίνε μέλος του καθημερινού newsletter που αποκαλύπτει όσα συμβαίνουν στο πολιτικό παρασκήνιο και απόκτησε πρόσβαση σε αποκλειστικό περιεχόμενο. ΕΓΓΡΑΦΗ
Η κάλπη, βέβαια, διατηρεί πάντα το δικαίωμα της έκπληξης, κάτι που η πολιτική διαδρομή του Τραμπ έχει αποδείξει επανειλημμένα. Το κλίμα, ωστόσο, απέχει πλέον αρκετά από εκείνο της θριαμβευτικής επιστροφής του στην εξουσία, όταν η κυριαρχία του έμοιαζε σχεδόν δεδομένη και η επιρροή του ξεπερνούσε τα αμερικανικά σύνορα. Μαζί με τους πολιτικούς συσχετισμούς δοκιμάζεται πλέον και η αυτοπεποίθηση όσων, ακόμη και στην Αθήνα, είχαν σπεύσει να επενδύσουν στη διάρκεια και στη δυναμική της τραμπικής επικράτησης.
Η γοητεία του Τραμπ και οι πρόθυμοι θαυμαστές
Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 δεν προκάλεσε, πάντως, τα ίδια αντανακλαστικά σε όλους στη Νέα Δημοκρατία. Κάποιοι την αντιμετώπισαν με τον αναγκαίο διπλωματικό ρεαλισμό, αναγνωρίζοντας ότι η Αθήνα οφείλει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου. Για άλλους, όμως, η επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μια αλλαγή πολιτικής ηγεσίας στην Ουάσιγκτον. Ήταν μια ευκαιρία ιδεολογικής δικαίωσης, σχεδόν ένα σήμα πολιτικής απελευθέρωσης. Θέσεις που μέχρι πρότινος διατυπώνονταν με προσοχή άρχισαν να εκφράζονται με μεγαλύτερη άνεση, οι τόνοι ανέβηκαν και ορισμένα στελέχη αισθάνθηκαν πως μπορούσαν πλέον να πουν δημόσια όσα άλλοτε περιορίζονταν στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης υπήρξε από τους πιο εκδηλωτικούς υποστηρικτές του Αμερικανού προέδρου. Υπερασπίστηκε πλευρές της οικονομικής και εμπορικής πολιτικής του, τη σύγκρουσή του με τη λεγόμενη woke ατζέντα, αλλά και τον ρόλο που διεκδικούσε ως ηγέτης της Δύσης. Παρουσίασε, μάλιστα, τον Τραμπ ως φυσικό ηγέτη του δυτικού κόσμου, συνδέοντας την επιρροή του ακόμη και με την προοπτική επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος αναγνώρισε ιδεολογικές συγγένειες με την ατζέντα Τραμπ, ιδίως στο μεταναστευτικό, στην ασφάλεια και στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων. Τον Ιανουάριο του 2026, μάλιστα, παρουσίαζε τον Αμερικανό πρόεδρο ως έναν ηγέτη που υπερασπίζεται έμπρακτα τα συμφέροντα του δυτικού ημισφαιρίου.
Εξίσου εκδηλωτικός υπήρξε ο Θάνος Πλεύρης, με τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική του Λευκού Οίκου να βρίσκει στο πρόσωπό του έναν ένθερμο υποστηρικτή.
– Ο Μητσοτάκης σήμανε εκλογές – Σε τροχιά κάλπης κυβέρνηση και ΝΔ
Στο ίδιο φιλοτραμπικό κλίμα κινήθηκε και ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ενώ ο Νότης Μηταράκης και ο Βασίλης Κικίλιας συμπλήρωναν την εικόνα μιας παράταξης που αναζητούσε ολοένα στενότερους διαύλους με τη νέα αμερικανική εξουσία.
Ιδιαίτερη κινητικότητα αναπτύχθηκε και γύρω από την Αμερικανίδα πρέσβη Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με αρκετά κυβερνητικά και κομματικά στελέχη να επιδιώκουν την εγγύτητά της, βλέποντας στο πρόσωπό της μια προνομιακή συνομιλήτρια του Τραμπ και έναν πολύτιμο δίαυλο με τον Λευκό Οίκο. Η εικόνα, ωστόσο, άλλαξε απότομα με την αποπομπή της, όταν οι άλλοτε πρόθυμοι συνομιλητές της κράτησαν αποστάσεις και η κυβέρνηση περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι επρόκειτο για απόφαση της Ουάσιγκτον. Η ίδια μεταστροφή διαφαίνεται τώρα και απέναντι στον Τραμπ, με ορισμένους από τους άλλοτε ένθερμους υποστηρικτές του να επιχειρούν να αμβλύνουν τις εντυπώσεις από τις παλαιότερες δηλώσεις τους, καθώς το πολιτικό κλίμα αλλάζει.
Οι άλλες φωνές της Νέας Δημοκρατίας
Δεν παρασύρθηκαν, ωστόσο, όλοι από τον ενθουσιασμό. Στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας υπήρχαν και εκείνοι που έβλεπαν πίσω από τη θριαμβευτική επιστροφή Τραμπ μια πολύ λιγότερο ειδυλλιακή πραγματικότητα. Η περιφρόνηση των διεθνών κανόνων, η αμφισβήτηση παραδοσιακών συμμαχιών και η ευκολία με την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος μετατρέπει τη διπλωματία σε επίδειξη ισχύος προκαλούσαν εξαρχής ανησυχία. Ιδίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που γνωρίζει καλά, μέσα από τις διαρκείς προκλήσεις της Τουρκίας, πόσο πολύτιμη είναι η ισχύς των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Για την Αθήνα, άλλωστε, ο σεβασμός των συνόρων, της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων αποτελεί σταθερό θεμέλιο της εξωτερικής της πολιτικής, πολύ περισσότερο σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επιχειρεί ολοένα συχνότερα να υποκαταστήσει το δίκαιο.
ΗΝτόρα Μπακογιάννη συμπύκνωσε αυτή την ανησυχία με τον γνωστό αυθορμητισμό της. «Μπλέξαμε με τον Ντόναλντ Τραμπ», είχε δηλώσει, αποτυπώνοντας σε λίγες λέξεις έναν προβληματισμό που αρκετοί συμμερίζονταν, αλλά δεν εξέφραζαν πάντοτε δημόσια. Ο Δημήτρης Καιρίδης, από την πλευρά του, επέλεξε να αντιπαραβάλει την Αμερική του Χάρβαρντ με την Αμερική του Τραμπ, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα και στο εσωτερικό της παράταξης. «Ας θυμόμαστε με ποια Αμερική πρέπει να είμαστε. Και αυτό το λέω και για συναδέλφους μου», είχε επισημάνει, αφήνοντας αιχμές για τις φιλοτραμπικές τάσεις στη Νέα Δημοκρατία. Η κριτική του, πάντως, δεν περιορίστηκε στο ιδεολογικό πεδίο, καθώς, μετά τη στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, αμφισβήτησε ανοιχτά τους χειρισμούς της Ουάσιγκτον, κάνοντας λόγο για αποτυχία της αμερικανικής στρατηγικής στο Ιράν.
Επιμελώς αποστάσεις από τον Τραμπ κρατούσε και ο Θεόδωρος Ρουσόπουλος, έχοντας στις αποσκευές του την πλούσια ευρωπαϊκή εμπειρία από τη θητεία του ως Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στις παρεμβάσεις του, παρουσία θεσμικών παραγόντων από ολόκληρη την Ευρώπη, δε δίσταζε να επισημαίνει ότι οι πόλεμοι συχνά ξεκινούν με βεβαιότητες και τελειώνουν με ερωτήματα, εκφράζοντας τον σκεπτικισμό του για την αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Είχε, μάλιστα, αναφερθεί στο ενδεχόμενο ενός «Trump-nam», παραπέμποντας στο Βιετνάμ και στον κίνδυνο οι ΗΠΑ να εγκλωβιστούν σε μια παρατεταμένη πολεμική περιπέτεια, με ό,τι αυτό θα συνεπαγόταν για την Ευρώπη και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.
Το Μαξίμου και η δύσκολη ισορροπία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πάντως, επέλεξε όλο αυτό το διάστημα να ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί. Ανοιχτοί δίαυλοι με τον Τραμπ, στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, αλλά και σταθερή προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, βασικό πυλώνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στην ίδια γραμμή κινήθηκαν ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, κρατώντας τις αναγκαίες διπλωματικές ισορροπίες. Οι εξελίξεις στο Ιράν, στη Μέση Ανατολή και στη Βενεζουέλα έκαναν, ωστόσο, τους χειρισμούς πιο σύνθετους, την ώρα που οι διαφορετικές φωνές στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας γίνονταν ολοένα πιο αισθητές.
Στο Μέγαρο Μαξίμου, πάντως, η γραμμή παραμένει σταθερή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών. Οι προσωπικές προτιμήσεις και οι ιδεολογικές συμπάθειες έχουν μικρή θέση στις σχέσεις δύο στρατηγικών συμμάχων. Η εξωτερική πολιτική απαιτεί διπλωματικό ρεαλισμό, όχι εκλογικά στοιχήματα. Πολύ περισσότερο όταν οι κάλπες στήνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για την Αθήνα, άλλωστε, η ανάγκη διατήρησης ισχυρών ελληνοαμερικανικών σχέσεων παραμένει αμετάβλητη, όποιος κι αν είναι ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ουάσιγκτον.
Πηγή: To Vima