Friday, October 9, 2026
Home Greece«Πηγαίνω σχολείο με περικεφαλαία» – Γιατί γονείς και εκπαιδευτικοί έγιναν αντίπαλοι

«Πηγαίνω σχολείο με περικεφαλαία» – Γιατί γονείς και εκπαιδευτικοί έγιναν αντίπαλοι

0 comments

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Πηγαίνω διαρκώς στο σχολείο με μια “περικεφαλαία” γιατί δεν ξέρω τι θα αντιμετωπίσω. Παρατηρήσεις για την ύλη, τα καθήκοντα για το σπίτι, το πώς κάνω μάθημα». Η φράση ανήκει στον Γιάννη Σεμερτζίδη, αναπληρωτή εκπαιδευτικό ειδικής Αγωγής και αποτυπώνει το κλίμα χαρακωμάτων που επικρατεί πλέον πίσω από τις κλειστές πόρτες των ελληνικών σχολείων.

Μέσα στους προηγούμενους μήνες, σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», γονέας προχώρησε σε καταγγελία κατά διευθύντριας επειδή έκλεισε την καγκελόπορτα στις 08:20, απαγορεύοντας την είσοδο στον γιο της, ενώ είχε προηγηθεί ένταση καθώς ο μαθητής αρνούνταν να μπει και κάπνιζε επιδεικτικά έξω από το σχολείο. Μόλις χθες, στο 8ο Γυμνάσιο Νέου Ηρακλείου, καθηγήτρια επιτέθηκε ρατσιστικά σε 13χρονη μαθήτρια από την Κένυα λέγοντάς της, «εσύ είσαι μαύρη, να πας στη χώρα σου», οδηγώντας τους μαθητές σε κατάληψη διαμαρτυρίας. Σε άλλη περίπτωση, καθηγητής αρνούνταν να αναγνωρίσει γνωματεύσεις του ΚΕΔΑΣΥ, χλευάζοντας παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ότι «ψάχνουν τρόπο να γλιτώσουν τα διαγωνίσματα».

Την ίδια στιγμή, το πρόσφατο περιστατικό στα Άνω Λιόσια αποτύπωσε με τον πιο εκρηκτικό τρόπο το αδιέξοδο και των δύο πλευρών: από τη μία, μια διευθύντρια νηπιαγωγείου που ξεπέρασε κάθε παιδαγωγικό όριο ουρλιάζοντας με προσβλητικό τρόπο σε τετράχρονα παιδιά, και από την άλλη, ένας γονέας που πέρασε στην αυτοδικία και χειροδίκησε εναντίον της. Τι κρύβεται, όμως, πίσω από αυτή την οργή;

Τα περιστατικά διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστικό ρυθμό και η σχέση γονέα και εκπαιδευτικού, που κάποτε αποτελούσε θεμέλιο της μαθησιακής διαδικασίας, έχει μετατραπεί σε ανοιχτή σύγκρουση δίχως κανόνες.

«Με απείλησαν με μήνυση για μια διόρθωση σε τετράδιο»

«Δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη και κανένας σεβασμός» μοιράζεται στο «ΒΗΜΑ» ο Γιάννης Σεμερτζίδης, για τον οποίο κάθε σχολική ημέρα μοιάζει με είσοδο σε αρένα. «Πηγαίνεις στην τάξη φορώντας αόρατη περικεφαλαία. Δεν υπάρχει πια καμία εμπιστοσύνη, κανένας σεβασμός», περιγράφει.

Μια απλή παρατήρηση σε έναν μαθητή δεν μένει ποτέ εντός τετραδίου. «Ξέρεις ότι τις επόμενες ώρες σε περιμένει είτε ένα επιθετικό τηλεφώνημα είτε μια επίσκεψη διαμαρτυρίας». Η κατάσταση, ωστόσο, έχει φτάσει στο σημείο του παραλόγου. «Με απείλησαν με μήνυση επειδή τόλμησα να κάνω μια σημείωση σε εργασία με κεφαλαία γράμματα και τελικά αναγκάστηκαν να με αλλάξουν τμήμα! Άλλη μητέρα με κυνηγούσε επί τέσσερις μήνες, πλάθοντας σενάρια ότι έβρισα το παιδί της».

Η εξήγηση, για τον ίδιο, βρίσκεται στην άρνηση των γονιών να δουν την αλήθεια. «Στο σπίτι βλέπουν μια ήρεμη συμπεριφορά και θεωρούν αδιανόητο ότι το παιδί τους λειτουργεί διαφορετικά στην ομάδα, οπότε το πιο εύκολο είναι να πουν ότι το στοχοποιούμε». Η πίεση έχει πια ξεφύγει από κάθε όριο διακριτικότητας, φτάνοντας ακόμα και στα κάγκελα της αυλής. «Γονείς στέκονται στο διάλειμμα ή στο μάθημα της γυμναστικής και μας κάνουν υποδείξεις. Έφτασαν να τηλεφωνούν καθημερινά στη διεύθυνση απλώς για να ελέγξουν αν όντως πήγα σχολείο. Μετατρέπουν το σχολείο σε πεδίο μάχης και το τραγικό σε όλη αυτή την υπόθεση είναι ότι όλη αυτή η απαξίωση περνάει κατευθείαν στα παιδιά».

«Η ημιμάθεια των γονιών είναι χειρότερη από την αμάθεια»

Πώς φτάσαμε όμως στο σημείο ο εκπαιδευτικός να αντιμετωπίζεται ως ύποπτος ή ως υπάλληλος που λογοδοτεί στον πελάτη-γονέα; Η Καλλιρόη Ντινοπούλου, σχολική ψυχολόγος, σχολική σύμβουλος και ψυχοθεραπεύτρια, θέτει το πρόβλημα στις κοινωνικές του βάσεις. «Οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί έχουν δώσει την εξουσία στους γονείς. Ζούμε σε μια μεταμοντέρνα κοινωνία όπου όλα υποτίθεται ότι είναι καλά, αλλά έχουμε χάσει βασικές αξίες» υποστηρίζει.

Η ίδια θεωρεί ότι καθώς η πληροφορία είναι πλέον προσβάσιμη σε όλους με ένα κλικ, το αποτέλεσμα είναι πολλοί γονείς να νομίζουν ότι γνωρίζουν τα πάντα. Όμως «η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια. Ο δάσκαλος είναι επιστήμονας, έχει σπουδάσει και γνωρίζει πώς να διαχειριστεί μια τάξη καλύτερα από έναν αρχιτέκτονα ή έναν λογιστή».

Η κ. Ντινοπούλου εστιάζει ιδιαίτερα στα πρώτα σχολικά χρόνια, όπου η άρνηση αποδοχής των προβλημάτων γεννά εκρήξεις. «Οι πιο δύσκολες καταστάσεις εμφανίζονται στο νηπιαγωγείο, εκεί δηλαδή όπου είναι η πρώτη φορά που ο γονιός έρχεται σε επαφή με έναν θεσμό έξω από την οικογένεια». Υποστηρίζει ότι στο δημοτικό ή στο γυμνάσιο μια δυσκολία, όπως η ΔΕΠΥ, είναι συχνά διαγνωσμένη. Στο νηπιαγωγείο όμως, οι εκπαιδευτικοί «τρέμουν» πλέον να πουν στους γονείς αυτό που βλέπουν.

«Ο γονιός μπορεί υποσυνείδητα να διαισθάνεται το πρόβλημα, αλλά αρνείται να το αποδεχτεί και μόλις ο παιδαγωγός τού το επισημάνει, εκδηλώνει επιθετικότητα γιατί φοβάται τη ματαίωση» σημειώνει η κ. Ντινοπούλου.

Ταυτόχρονα, η ίδια δεν παραλείπει να σχολιάσει και τα περιστατικά εκπαιδευτικής ανεπάρκειας. «Ασφαλώς και η συμπεριφορά μιας δασκάλας που φωνάζει υστερικά σε νήπια επειδή λέρωσαν έναν τοίχο είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Ο παιδαγωγός οφείλει να αξιοποιεί ακόμα και το λάθος για να οικοδομήσει συνείδηση στον μαθητή, όχι να επιβάλλει άγονες τιμωρίες και κραυγές που δεν αφήνουν τίποτα πίσω τους» σημειώνει.

«Ο σεβασμός καλλιεργείται, δεν απαιτείται»

Από την πλευρά της οικογένειας, τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Η Κατερίνα Σοφιανίδου, μητέρα δύο παιδιών δημοτικού και η ίδια εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής, βλέπει το ζήτημα και από τις δύο όψεις του νομίσματος. «Τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί έχουν ξεπεράσει τα όρια. Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια οι γονείς δεν εμπιστεύονται εύκολα το σχολείο. Όμως το κλειδί παραμένει στα χέρια του εκπαιδευτικού» υποστηρίζει, ενώ μάλιστα αναφέρει πώς ακόμα και στην περίπτωση των παιδιών της θα προσπαθήσει πρώτα να δικαιολογήσει τον εκπαιδευτικό.

«Δεν μπορείς να απαιτείς από ένα παιδί όμως να σεβαστεί τον δάσκαλό του, όταν ο ίδιος ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να το κάνει. Ο σεβασμός καλλιεργείται καθημερινά με πράξεις, δεν επιβάλλεται με αξιώματα. Δεν έχεις το δικαίωμα να φωνάζεις και να προσβάλλεις απλώς και μόνο επειδή κατέχεις την έδρα» υποστηρίζει, και προσθέτει ότι «τα παιδιά έχουν τρομερή διαίσθηση. Καταλαβαίνουν πότε τα αγαπάς και πότε μια παρατήρηση γίνεται από ενδιαφέρον ή από προσωπικά νεύρα και προβολές».

Είναι η πίεση στους εκπαιδευτικούς ένα παγκόσμιο φαινόμενο;

Όσα βιώνει η ελληνική εκπαιδευτική κοινότητα δεν αποτελούν τοπική παραφωνία. Σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, η σχολική αίθουσα βρίσκεται υπό καθεστώς πρωτοφανούς πολιορκίας, όπως αποτυπώνεται σε συγκριτικά δεδομένα διεθνών οργανισμών (OECD, NAHT, ACU).

Στην Αγγλία, η ένωση διευθυντών NAHT καταγράφει ότι το 82% των σχολείων δέχθηκαν κακοποιητικές συμπεριφορές από γονείς (με το 86% να δηλώνει επιδείνωση την τελευταία τριετία), ενώ το 10% υπέστη σωματική βία. Στην Αυστραλία, σχεδόν οι μισοί διευθυντές σχολείων (47,8%) καταγγέλλουν περιστατικά σωματικής βίας και το 53,7% απειλές. Στη Νότια Κορέα, οι μαζικές αυτοκτονίες εκπαιδευτικών εξαιτίας της αφόρητης πίεσης οδήγησαν σε διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και στη θέσπιση ειδικού νόμου προστασίας, καθώς οι κακόβουλες μηνύσεις από γονείς ξεπερνούν τις 9.000 σε βάθος οκταετίας. Ακόμη και στη Γαλλία, το κράτος αναγκάστηκε να επεκτείνει το καθεστώς της «λειτουργικής προστασίας» (protection fonctionnelle) σε σχεδόν 7.000 εκπαιδευτικούς ετησίως, παρέχοντάς τους άμεση νομική και ψυχολογική ασπίδα απέναντι σε επιθέσεις και στοχοποιήσεις.

Ενώ όμως στο εξωτερικό η κρίση καταγράφεται και αντιμετωπίζεται θεσμικά, στην Ελλάδα επικρατεί ένα επικίνδυνο στατιστικό κενό. Ενώ η πλατφόρμα stop-bullying.gov.gr κατέγραψε 1.211 αναφορές σε έναν χρόνο, η καταγραφή αυτή αφορά αποκλειστικά τη βία μεταξύ ανηλίκων. Δεν υπάρχει κανένα όμως επίσημο εθνικό σύστημα καταγραφής για τις απειλές, τις επιθέσεις, τις μηνύσεις ή τη διαδικτυακή στοχοποίηση εκπαιδευτικών από γονείς. Το ελληνικό κράτος αφήνει τους εκπαιδευτικούς και τις διευθύνσεις εκτεθειμένους, χωρίς νομική κάλυψη και πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων.

Ο εκπαιδευτικός ως ο τελικός αποδέκτης της κρίσης

Όπως επισημαίνουν οι κοινωνικοί αναλυτές, οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών (μνημόνια, πανδημία, ακρίβεια, ψηφιακός εθισμός) έχουν διαλύσει τη συνοχή της κοινότητας. Το σχολείο δεν μπορεί να μείνει απομονωμένο από το κοινωνικό στρες. Όταν η αγωνία της οικογένειας συναντά τα chat rooms των γονιών στο Viber, η ένταση πολλαπλασιάζεται γεωμετρικά.

Χωρίς ουσιαστική στήριξη από την πολιτεία, χωρίς σχολικούς ψυχολόγους σε σταθερή βάση σε κάθε μονάδα και χωρίς αυστηρά όρια μεταξύ σχολικού χώρου και γονικής παρέμβασης, ο δάσκαλος μετατρέπεται στον ευκολότερο στόχο.

ΠΗΓΗ: To Vima
Δείτε το πλήρες άρθρο εδώ.

You may also like

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More