Μια Βουλήμε περισσότερα κόμματα δεν σημαίνει μόνο περισσότερες φωνές στην Ολομέλεια. Σημαίνει δυσκολότερες πλειοψηφίες, μεγαλύτερη διαπραγμάτευση, ισχυρότερο ρόλο για μικρότερες κοινοβουλευτικές ομάδες και πρώτη δοκιμασία με εκλογή Προέδρου της Βουλής.
Η επόμενη Βουλή των Αντιπροσώπων δεν θα κριθεί μόνο από το ποιο κόμμαθα καταλάβει την πρώτη θέση την ερχόμενη Κυριακή, αλλά θα κριθεί κυρίως από το πόσο λειτουργική θα αποδειχθεί τα επόμενα 5 χρόνια. Το ενδεχόμενο επτακομματικής ή ευρύτερα πολυκομματικής Βουλής δεν αφορά μόνο την πολιτική γεωγραφία των εδράνων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα παράγεται πολιτική, θα σχηματίζονται πλειοψηφίες και θα λαμβάνονται αποφάσεις.
Η Βουλή έχει 56 έδρες και αυτό σημαίνει ότι για να υπάρξει σταθερή πλειοψηφία απαιτούνται 29 ψήφοι. Σε ένα πιο κατακερματισμένο κοινοβουλευτικό τοπίο, ο αριθμός αυτός γίνεται το βασικό πολιτικό κλειδί της επόμενης πενταετίας. Όσο περισσότερα κόμματα εκπροσωπούνται και όσο μικρότερες είναι οι κοινοβουλευτικές ομάδες των μεγαλύτερων κομμάτων, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η διαμόρφωση πλειοψηφιών.
Η εικόνα που δίνει η Analytica
Στο δημοσκοπικό σκέλος, η τελευταία μεγάλη έρευνα της Analytica Market Research για λογαριασμό της Cyprus Timesκαταγράφει σενάριο επτακομματικής Βουλής και μια εικόνα με ιδιαιτέρως λεπτές ισορροπίες.
Σύμφωνα με την εκτίμηση κατανομής των 56 εδρών, ο ΔΗΣΥ λαμβάνει 12 έδρες, το ΑΚΕΛ 10 με 11, το ΕΛΑΜ 10, η Άμεση Δημοκρατία 8, το Δημοκρατικό Κόμμα 7 με 8, το Άλμα 5 και το Volt 3. Η τελική κατανομή, επηρεάζεται από τον ακριβή αριθμό των έγκυρων ψήφων και τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα που θα μεταφερθούν στη δεύτερη κατανομή.
Η συγκεκριμένη εικόνα δείχνει Βουλή χωρίς εύκολες αυτοματοποιημένες πλειοψηφίες καθώς κανένα κόμμα δεν πλησιάζει μόνο του τον αριθμό των 29 ψήφων. Ακόμη και οι συνεννοήσεις δύο κομμάτων, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν αρκούν. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη κοινοβουλευτική περίοδος μπορεί να απαιτεί συνεργασίες τριών ή και περισσότερων πολιτικών δυνάμεων για κρίσιμες αποφάσεις.
Η πρώτη μάχη για την Προεδρία
Η πρώτη πρακτική δοκιμασία θα είναι η εκλογή Προέδρου της Βουλής και εκεί θα φανεί αμέσως αν οι νέοι συσχετισμοί μπορούν να δημιουργήσουν έδαφος συνεννόησης ή αν η νέα Βουλή θα ξεκινήσει τη λειτουργία της με παρασκηνιακές διαπραγματεύσειςμε άγνωστα ανταλλάγματα και υποσχέσεις.
Η απερχόμενη Βουλή ενέκρινε νέους κανονισμούς για την εκλογή Προέδρου της Βουλής και η διαδικασία πλέον προβλέπει δύο γύρους. Στον πρώτο γύρο απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών και αν δεν υπάρξει εκλογή, ακολουθεί δεύτερος γύρος μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων, με εκλογή εκείνου που θα συγκεντρώσει την απλή πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών. Σε περίπτωση ισοψηφίας προβλέπεται επαναληπτική ψηφοφορία και αν η ισοψηφία διατηρηθεί, δημόσια κλήρωση.
Η αλλαγή περιορίζει τον κίνδυνο παρατεταμένου αδιεξόδου, αλλά δεν εξαφανίζει το πολιτικό παζάρι. Σε μια Βουλή όπως αυτή που αποτυπώνει η έρευνα της Analytica, η εκλογή Προέδρου δεν μπορεί να θεωρηθεί υπόθεση ενός κόμματος. Θα απαιτηθούν συμμαχίες, συνεννοήσεις και πιθανότατα συμφωνίες που θα επηρεάσουν και την υπόλοιπη κοινοβουλευτική περίοδο. Η πρώτη ψηφοφορία θα είναι, ουσιαστικά, πρόβα για το πώς θα λειτουργήσει η νέα Βουλή.
Οι μικροί γίνονται αναγκαίοι
Σε μια πολυκομματική Βουλή, τα μικρότερα κόμματα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από αυτήν που δείχνει ο αριθμός των εδρών τους. Ένα κόμμα με 3, 5 ή 8 έδρες δεν μπορεί μόνο του να επιβάλει πολιτική γραμμή, αλλά μπορεί να αποδειχθεί απαραίτητο για τον σχηματισμό πλειοψηφίας.
Αυτό αλλάζει τη λογική των ψηφοφοριών, οι οποίες δεν θα είναι σταθερές για όλα τα ζητήματα. Μπορεί να διαμορφώνονται διαφορετικά στα θέματα οικονομίας, διαφορετικά στα θεσμικά θέματα, διαφορετικά στο μεταναστευτικό, διαφορετικά στην παιδεία και διαφορετικά σε ζητήματα διαφάνειας ή ελέγχου. Η Βουλή μπορεί να λειτουργεί με θεματικές πλειοψηφίες, κάτι που απαιτεί μεγαλύτερη πολιτική ωριμότητα και καλύτερη προετοιμασία από όλα τα κόμματα. Για αυτό κανένας δεν θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά.
Το θετικό σενάριο είναι ότι οι αποφάσεις θα περνούν από ουσιαστικότερη διαβούλευση, ενώ το αρνητικό είναι ότι κάθε νομοσχέδιο θα γίνεται πεδίο συναλλαγής, καθυστέρησης ή επίδειξης διαφοροποίησης για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Και επειδή η πολιτική σκηνή έχει ήδη αρκετή επίδειξη, η διαχείριση αυτής της νέας πραγματικότητας θα είναι κρίσιμη.
Η κυβέρνηση σε αναμμένα κάρβουνα
Η κυβέρνηση δεν προκύπτει από τη Βουλή (και φαίνεται πως κάποιοι δεν το ξέρουν), όπως συμβαίνει στα κοινοβουλευτικά συστήματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σύνθεση της Βουλής είναι δευτερευούσης σημασίας.
Η Βουλή ως το κατεξοχήν νομοθετικό όργανο έχει την ευθύνη για τη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση νομοθεσιών και κανόνων δικαίου. Τα νομοσχέδια υποβάλλονται από τους υπουργούς, ενώ οι βουλευτές μπορούν να καταθέτουν προτάσεις νόμου, υπό τον περιορισμό ότι αυτές δεν συνεπάγονται αύξηση των δαπανών που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό (κάτι που επίσης κάποιοι αγνοούν).
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση χρειάζεται τη Βουλή για να περάσει νομοσχέδια, μεταρρυθμίσεις, προϋπολογισμό και πολιτικές που απαιτούν νομοθετική έγκριση. Σε μια πολυκομματική Βουλή, το Προεδρικό δεν θα μπορεί να στηρίζεται σε μία σταθερή συνεννόηση με κάποια κόμματα. Θα χρειάζεται πολλές γέφυρες με κόμματα που μπορεί να συμφωνούν σε ένα θέμα και να διαφωνούν πλήρως με άλλα.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, αλλά μπορεί να υποχρεώσει την κυβέρνηση να παρουσιάζει πιο επεξεργασμένα νομοσχέδια, να προετοιμάζει καλύτερα τις κοινοβουλευτικές μάχες και να επιδιώκει συναινέσεις πριν από την κατάθεση κρίσιμων προτάσεων, βάζοντας νερό στο κρασί της. Μπορεί όμως και να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, αν κάθε κόμμα αξιοποιεί την ψήφο του για να στείλει πολιτικά μηνύματα προς το δικό του ακροατήριο, ή να εκβιάσει την κυβέρνηση.
Η αντιπολίτευση γίνεται πιο σύνθετη
Η πολυκομματική Βουλή δεν δυσκολεύει μόνο την κυβέρνηση, αλλά δυσκολεύει και την αντιπολίτευση. Όταν υπάρχουν περισσότερες κοινοβουλευτικές ομάδες, με διαφορετικές ιδεολογικές ή καθόλου αφετηρίες και διαφορετικές εκλογικές ανάγκες, είναι δυσκολότερο να διαμορφωθεί ενιαία αντιπολιτευτική γραμμή.
Το ΑΚΕΛ θα επιδιώξει να διατηρήσει τον ρόλο της βασικής αντιπολιτευτικής δύναμης ενώ το ΕΛΑΜ, εφόσον επιβεβαιωθεί η ενισχυμένη παρουσία του, θα προσπαθήσει να κεφαλαιοποιήσει την δύναμη του. Η Άμεση Δημοκρατία, το ΔΗΚΟ, το Άλμα και το Volt θα επιδιώξουν να αποδείξουν ότι η κοινοβουλευτική τους παρουσία έχει περιεχόμενο και δεν εξαντλείται στην εκλογική τους επίδοση. Βεβαίως το κάθε ένα από αυτά τα κόμματα έχει διαφορετική φυσιογνωμία και διαφορετική στρατηγική… ή καθόλου στρατηγική.
Ο ΔΗΣΥ, δηλώνοντας πως παραμένει στην αντιπολίτευση θα έχει τον δυσκολότερο ρόλο αν επιβεβαιωθεί ότι παραμένει το μεγαλύτερο κόμμα. Από την μία θα πρέπει να αναζητήσει ρόλο απέναντι σε μια κυβέρνηση που ουσιαστικά ασκεί την πολιτική του και από την άλλη να τιθασεύσει τις εσωκομματικές φιλοδοξίες στελεχών για τις Προεδρικές του 2028.
Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές
Μεγάλο μέρος της ουσιαστικής κοινοβουλευτικής εργασίας δεν γίνεται στην Ολομέλεια, αλλά στις επιτροπές, όπου συζητούνται νομοσχέδια και προτάσεις νόμου, καλούνται υπουργεία, ανεξάρτητες αρχές, οργανωμένα σύνολα και εμπλεκόμενοι φορείς, και διαμορφώνονται οι τελικές ισορροπίες πριν ένα θέμα οδηγηθεί στην Ολομέλεια.
Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές διακρίνονται σε μόνιμες, προσωρινές, ειδικές και ad hoc. Μεταξύ των βασικών επιτροπών είναι οι Επιτροπές Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Οικονομικών και Προϋπολογισμού, Εσωτερικών, Άμυνας, Παιδείας και Πολιτισμού, Νομικών, Ενέργειας, Υγείας, Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Σε μια Βουλή με περισσότερα κόμματα, η σύνθεση των επιτροπών, οι προεδρίες και οι συσχετισμοί στο εσωτερικό τους αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα. Τα μεγαλύτερα κόμματα θα επιδιώξουν να διατηρήσουν ισχυρή παρουσία στα κρίσιμα πεδία και τα μικρότερα θα ζητήσουν λόγο, ρόλο και ορατότητα. Η λειτουργία των επιτροπών μπορεί να αποτελέσει είτε μηχανισμό σοβαρής κοινοβουλευτικής δουλειάς είτε χώρο συνεχούς πολιτικής αντιπαράθεσης. Το σίγουρο είναι πως τα δύο μεγάλα κόμματα θα απωλέσουν κάποιες από τις προεδρίες που είχαν μέχρι σήμερα, όπως θα συμβεί και με το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ που είχαν τις Επιτροπές Οικονομικών και Άμυνας.
Πλειοψηφίες κάθε φορά από την αρχή
Σε ένα πιο κατακερματισμένο κοινοβουλευτικό σκηνικό, η πολιτική αριθμητική δεν θα είναι σταθερή. Ένα κόμμα μπορεί να είναι αναγκαίος σύμμαχος σε ένα νομοσχέδιο και αντίπαλος σε ένα άλλο. Η λογική των μόνιμων στρατοπέδων μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στη λογική των περιστασιακών πλειοψηφιών και αυτό μπορεί να επηρεάσει ιδιαίτερα ζητήματα που απαιτούν συνεννόηση πέραν των παραδοσιακών κομματικών γραμμών. Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υπηρεσία, θεσμικές αλλαγές, ζητήματα ελέγχου και διαφάνειας, φορολογικά θέματα, στεγαστική πολιτική, μετανάστευση, παιδεία και υγεία θα χρειάζονται πραγματικές μάχες για να πάνε στην Ολομέλεια. Η κυβέρνηση θα πρέπει να πείθει ή να κάνει εκπτώσεις σε περισσότερους και η αντιπολίτευση θα πρέπει να αποφασίζει αν θα ελέγχει ή αν θα μπλοκάρει. Τα μικρότερα κόμματα θα πρέπει να δείξουν αν μπήκαν στη Βουλή για να ασκήσουν πολιτική ή για να συντηρούν «αντισυστημικό» ύφος σε μόνιμη βάση.
Κίνδυνος αστάθειας;
Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν μια επτακομματική ή πολυκομματική Βουλή είναι καλή ή κακή. Η πολυφωνία είναι συστατικό της δημοκρατίας, αλλά το ζήτημα είναι αν αυτή η πολυφωνία μπορεί να μετατραπεί σε λειτουργική σύνθεση.
Το θετικό σενάριο είναι μια Βουλή πιο αντιπροσωπευτική, με περισσότερες φωνές, καλύτερο έλεγχο και λιγότερη άνεση για τις μεγάλες κομματικές ομάδες να επιβάλλουν αποφάσεις χωρίς διάλογο. Το αρνητικό σενάριο είναι μια Βουλή όπου οι πλειοψηφίες θα σχηματίζονται δύσκολα, οι αποφάσεις θα καθυστερούν και κάθε κόμμα θα επενδύει περισσότερο στη διαφοροποίησή του παρά στην παραγωγή αποτελέσματος.
Η τελική απάντηση δεν θα δοθεί το βράδυ της Κυριακής. Θα δοθεί στις πρώτες συνεδρίες, στην εκλογή Προέδρου της Βουλής, στην κατανομή των επιτροπών, στις πρώτες δύσκολες ψηφοφορίες και στον τρόπο με τον οποίο οι νέες κοινοβουλευτικές ομάδες θα χειριστούν την ευθύνη τους.
Το πραγματικό τεστ αρχίζει τη Δευτέρα
Η κάλπη της 24ης Μαΐου θα αναδείξει 56 βουλευτές και από την επόμενη ημέρα, το ερώτημα θα είναι αν αυτοί οι 56 μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σε ένα πιο σύνθετο πολιτικό περιβάλλον. Η πολυκομματική Βουλή μπορεί να δώσει μεγαλύτερη αντιπροσώπευση και πιο ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, μπορεί όμως και να κάνει πιο δύσκολη τη λήψη αποφάσεων, αν οι πολιτικές δυνάμεις επιλέξουν τη μόνιμη αντιπαράθεση αντί της συνεννόησης. Τουλάχιστον δύο από τα κόμματα που φαίνεται να εισέρχονται στη Βουλή, αναμένεται να λειτουργήσουν με ατζέντες αστάθμητου παράγοντα, καθώς δεν έχουν σαφές πολιτικό – ιδεολογικό υπόβαθρο.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η επόμενη Βουλή μπορεί να είναι πιο απαιτητική από τις προηγούμενες και η πολιτική συμπεριφορά των κομμάτων θα δείξει αν αυτό θα λειτουργήσει υπέρ ή εις βάρος της χώρας, γιατί οι έδρες μοιράζονται με εκλογικό μέτρο, ενώ η σοβαρότητα, δυστυχώς, δεν κατανέμεται αυτόματα.
ΠΗΓΗ: Cyprus Times
Δείτε το πλήρες άρθρο εδώ.