Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Φύρερ ορίζεται καγκελάριος. Σε μια εξαντλητική αναμέτρηση με το τότε ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι ιστορικοί εξετάζουν αυτό το – θεωρητικό – ερώτημα.

Στην πραγματικότητα θα μπορούσαν να είχαν πάρει άλλη τροπή οι εξελίξεις. Γιατί στις αρχές του 1930 όλα έδειχναν ότι ο Αδόλφος Χίτλερ και το ναζιστικό του κόμμα NSDAP έπνεαν τα λοίσθια.

Αυτό υποστηρίζει ο γερμανοϊσραηλινός συγγραφέας Νταν Ντίνερ για τη χρονική περίοδο που προηγήθηκε από την λεγόμενη κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, στις 30 Ιανουαρίου του 1933. Ένα χρόνο πριν, το φθινόπωρο του 1932, το κόμμα και ο ηγέτης του βρίσκονταν αντιμέτωποι με σοβαρότατες αποτυχίες. Σε σημείο που ακόμη και οι ίδιοι οι Γερμανοί της εποχής εκείνης φάνηκαν να εκπλήσσονται, όταν τελικά έγινε καγκελάριος του Ράιχ.

Η 30ή Ιανουαρίου του 1933 αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σημεία καμπής της ιστορίας. «Η 30ή Ιανουαρίου 1933 έχει γίνει ένα αρχιμήδειο σημείο στη γερμανική ιστορία», λέει ο Νταν Ντίνερ σε συνέντευξή του στη DW.

«Συνέβη κάτι που μας επιτρέπει ως ιστορικούς, αλλά και ως συγχρόνους ανθρώπους, να προβούμε σε εκτιμήσεις για το διάστημα πριν και μετά. Πρόκειται ίσως για μια από τις κυριότερες και, όσον αφορά την προβολή της, σημαντικότερες ημερομηνίες – κλειδιά της γερμανικής ιστορίας του 20ού αιώνα».

Δεν ήταν ατύχημα ο Χίτλερ

Κι αυτό ξεκινά με τον όρο «κατάληψη της εξουσίας», ένα σκόπιμο εφεύρημα της ναζιστικής προπαγάνδας. Στις 30 Ιανουαρίου, η εξουσία δεν καταλήφθηκε από τον Χίτλερ, αλλά παραδόθηκε στον Χίτλερ.

Ο πρόεδρος του Ράιχ Πάουλ φον Χίντενμπουργκ τον διόρισε καγκελάριο. Ωστόσο, ο μεγάλης ηλικίας στρατηγός είχε αντισταθεί στον Χίτλερ για μεγάλο χρονικό διάστημα, αρνούμενος να τον κάνει καγκελάριο παρά τα καλά εκλογικά αποτελέσματα τον Αύγουστο του 1932. Επρόκειτο για μια από τις μεγαλύτερες ήττες του Χίτλερ.

Ο Βρετανός ιστορικός Ίαν Κέρσοου στο βιβλίο του για τον Χίτλερ, που θεωρείται διεθνώς έργο αναφοράς, απαριθμεί τους διάφορους παράγοντες που οδήγησαν στην ανάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές. Από τη μία πλευρά, αναφέρει, υπήρχε επί Βαϊμάρης η υπονόμευση της δημοκρατίας για τη διατήρηση ή επιβολή ιδίων οικονομικών συμφερόντων.

Και αυτό παράλληλα με την τυφλή αποφασιστικότητα των ακραίων δεξιών συντηρητικών να «εξαλείψουν τη δημοκρατία και να καταστρέψουν τον σοσιαλισμό».

Κατά δεύτερον, στον απόηχο των αναταραχών λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης παρατηρήθηκε στροφή σε ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης. Τέλος, η θέληση του Χίτλερ για εξουσία και καταστροφή υποτιμούνταν συνεχώς.

«Ο Χίτλερ δεν ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός γερμανικού «Sonderweg» (ιδιαίτερου δρόμου)», λέει ο Κέρσοου, «αλλά ούτε και  «ένα απλό ατύχημα». Πρέπει να δει κανείς τον Χίτλερ μέσα από το χρονικό πλαίσιο της εποχής του, πόλεμος, επανάσταση, εθνική ταπείνωση και φόβος του μπολσεβικισμού».

Κατά τον ιστορικό Νταν Ντίνερ, που έχει κάνει συγκριτικές μελέτες για το θέμα, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο.

Για τον ίδιο η οικονομική κρίση και η δομή του Συντάγματος της Βαϊμάρης, στο οποίο ριζοσπαστικά κόμματα μπορούσαν να εισέλθουν γρήγορα στο κοινοβούλιο, αποτελούν πολύ σημαντικούς παράγοντες.

Παρόλα αυτά υπήρξε μια αντίφαση. «Ο διορισμός του Χίτλερ ήταν ένα αιφνιδιαστικό γεγονός» επισημαίνει ο Ντίνερ. «Το NSDAP ήταν σε αδιέξοδο. Από το φθινόπωρο του 1932 εμφανίστηκαν σημάδια οικονομικής ανάκαμψης. Το NSDAP βρισκόταν σε πτώση, ενώ η οικονομία βρισκόταν σε άνοδο. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Χίτλερ διορίζεται Καγκελάριος του Ράιχ. Στην πραγματικότητα δεν έπρεπε να συμβεί».

Ο Νταν Ντίνερ ασχολείται καιρό με το ερώτημα κατά πόσον ήταν αναπόφευκτη η ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ. Το Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο στο Βερολίνο, σε μια ασυνήθιστη έκθεση υπό την αιγίδα του, παρουσιάζει τις δυνατότητες που θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει τον ρου της ιστορίας.

Μια ασυνήθιστη προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι. Η έκθεση με τον τίτλο «Roads not taken»΄που θα διαρκέσει μέχρι τις 24 Νοεμβρίου του 2024, είναι αφιερωμένη σε τέτοια ερωτήματα. Όχι μόνο σε σχέση με το 1933, αλλά και με άλλες κεντρικές ημερομηνίες της γερμανικής ιστορίας, από το 1989 και πίσω μέχρι το 1848.

«Δεν πρόκειται για εικοτολογική ιστορία», εξηγεί ο Νταν Ντίνερ, «περισσότερο βασιζόμαστε στην πραγματικότητα για να δούμε ποια πιθανά σπέρματα δυνατοτήτων υπήρχαν, τα οποία όμως στη συνέχεια δεν μπαίνουν πλέον στην ιστορική αφήγηση».

Αγνόησαν τους κινδύνους

Τα κεντρικά ιστορικά γεγονότα αναλύονται μέσα από μικροσκόπιο. Το γεγονός ότι ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος του Ράιχ το 1933 ήταν επίσης σε μεγάλο βαθμό προϊόν μηχανορραφιών στα παρασκήνια της εξουσίας.

Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων έπαιξε καταστροφικό ρόλο σε αυτό, κυρίως ο Φραντς φον Πάπεν, ο οποίος είχε αναγκαστεί να παραιτηθεί από καγκελάριος του Ράιχ μόλις τον Νοέμβριο του 1932 και τώρα έβλεπε την ευκαιρία να ανακτήσει την εξουσία.

Και όντως τα κατάφερε, γιατί στην κυβέρνηση Χίτλερ-Πάπεν-Χούγκενμπεργκ διορίστηκε στις 30 Ιανουαρίου 1933 αντικαγκελάριος. Ο φον Πάπεν ήταν έμπιστος του Χίντενμπουργκ.

Τον Ιανουάριο του 1933 διαπραγματεύτηκε μαζί με τον Χίτλερ τους όρους για την καγκελαρία και μια κοινή κυβέρνηση υπό τον Χίτλερ και τελικά έπεισε τον Χίντενμπουργκ ότι αυτός ήταν ο σωστός δρόμος.

Ταυτόχρονα, κατέστη σαφές ότι ο απερχόμενος καγκελάριος του Ράιχ Κουρτ φον Σλάιχερ δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί στην εξουσία. Τον Ιανουάριο του 1933 οι υπόλοιποι συμμετέχοντες παρασύρθηκαν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ έκανε πίσω, φαινομενικά βέβαια, στις απαιτήσεις του ζητώντας να πάρει «μόνο» την καγκελαρία, το υπουργείο Εσωτερικών και το πρωσικό υπουργείο Εσωτερικών.

Θεώρησαν ότι με την ανάληψη της εξουσίας ο Χίτλερ θα εξημερωνόταν, μια μνημειώδης πλάνη. «Υπάρχει μια φράση του Χίτλερ ότι δήθεν οι άλλοι τον ανακάλυψαν, αλλά μου προκαλεί ανατριχίλα, λες και δρουν μαγικές δυνάμεις που μετακινούν έναν άνθρωπο σε μια θέση για να αναπτύξει μετά εκρηκτική πυρηνική δύναμη» λέει ο Ντίνερ για την πορεία της ιστορίας.

Η οπτική γωνία της έκθεσης καθιστά σαφές ότι η απληστία για εξουσία και τα προσωπικά συμφέροντα μεμονωμένων παραγόντων άνοιξαν επίσης τον δρόμο για να ανέβει ο Χίτλερ στην εξουσία.

Ο Νταν Ντίνερ εξετάζει επίσης την ιστορία μέσα από τον καθρέφτη ερωτημάτων του παρόντος. Γιατί στις σημερινές κρίσεις εντοπίζει κανείς παραλληλισμούς με το χθες, ακόμη και με το 1933:

«Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι κατέρρευσαν οι θεσμοί που εξασφάλιζαν τη δημοκρατία», λέει ο Νταν Ντίνερ. Κι αυτό σήμαινε απώλεια ελέγχου. Στην τελική φάση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η διακυβέρνηση γινόταν μόνο με έκτακτα διατάγματα, το κοινοβούλιο είχε μπλοκαριστεί και ο πρόεδρος του Ράιχ Χίντενμπουργκ μπορούσε να διορίζει και να απολύει καγκελάριους κατά το δοκούν.

Τι διδάγματα πρέπει να πάρουμε από αυτό σήμερα; Η απάντηση του Νταν Ντίνερ είναι απλή αλλά ουσιαστική: «Μαθαίνεις από αυτό να σέβεσαι τους θεσμούς». Και να έχει κανείς τα μάτια ανοιχτά.

Παρά το ότι η ναζιστική παραστρατιωτική οργάνωση «Καταιγίδα» το βράδυ της 30ής Ιανουαρίου του 1933 έκανε λαμπαδηδρομία επί ώρες στο νυχτερινό Βερολίνο προς την Πύλη του Βρανδεμβούργου, οι περισσότερο ούτε καν έλαβαν υπόψη τους την καταστροφή που ξεκινούσε. Μεγάλος αριθμός σοβαρών εφημερίδων δεν είδε λόγο ανησυχίας στη νέα κυβέρνηση. Μόνο λίγοι αναγνώρισαν τον κίνδυνο. Αλλά οι προειδοποιήσεις τους δεν εισακούστηκαν.

Γιούλια Χιτς

Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου

Πηγή: in.gr